6 Οκτ 2011

Περί αυτοκριτικής

Σε πρόσφατο κείμενο μου περί της χρήσης πολεμικής-στρατιωτικής ορολογίας και φρασεολογίας στον πολιτικό λόγο είχα υποβάλει την ερώτηση: «Σε αυτόν τον πόλεμο ποιος ακριβώς είναι ο εχθρός;», για να λάβω από ένα καλό μου φίλο την απάντηση : «Ο δυσκολότερος όλων. Ο εαυτός μας και οι εδραιωμένες συνήθειες των τελευταίων 40 χρόνων». Ο ζόφος της οικονομικής κρίσης έφερε στην πραγματικότητα όλους τους έλληνες αντιμέτωπους με τον εαυτό τους και τις επιλογές τους. Η ελληνική κοινωνία είναι σαφές ότι αιφνιδιάσθηκε από το ξέσπασμα της κρίσης , από την σφοδρότητα της και κυρίως από την ταχύτητα των εξελίξεων, που δεν επέτρεψε την ανάλυση και και την αφομοίωση των γεγονότων και των αιτίων τους, πολλώ μάλλον δε, όταν ταυτοχρόνως προσπαθεί κανείς στοιχειωδώς να επιβιώσει. Το ερώτημα "τι είναι αυτό που μας συνέβη;" και "γιατί;" γρήγορα οδήγησε στο πιο θεμελιακό ερώτημα "τι είναι αυτό που κάναμε λάθος;" ή αν θέλετε "τι είναι αυτό που έκανα λάθος;" Σε συντροφιές, στο διαδίκτυο, και στον τύπο, τα τελευταία 2 χρόνια, λέγονται και γράφονται κάθε είδους προσωπικές και συλλογικές αυτοκριτικές προσεγγίσεις για πολιτικές, οικονομικές, επαγγελματικές, καταναλωτικές επιλογές από  όλων των ειδών και των αποχρώσεων τις ιδεολογικές, βιοφιλοσοφικές, ηθικές σκοπιές.

Μέσες άκρες η κυρίαρχη αφήγηση (και κατά βάση ορθή, εκτιμώ) του τι συνέβη στην χώρα τις τελευταίες δεκαετίες, έχει κάπως έτσι: Η  ελληνική κοινωνία εν πολλοίς ενοχική για την μηδαμινή αντίσταση της στην χούντα, που οδήγησε στον εθνικό ακρωτηριασμό της Κύπρου, επέλεξε ή αφέθηκε στη δεκαετία του ογδόντα στην κυριαρχία ενός ψευδοεκδημοκρατισμού με έντονα λαϊκιστικά χαρακτηριστικά, που υπονόμευσε την ιεραρχία και τη διοικητική επάρκεια του κρατικού μηχανισμού, διέλυσε τα πανεπιστήμια, διόγκωσε το δημόσιο και τις παραφυάδες του, διέχυσε την μικρής κλίμακας διαφθορά σε όλη την κοινωνία για να γίνεται ανεκτή και να επιβραβεύεται πολιτικά η μεγάλης κλίμακας διαφθορά των εκάστοτε κυβερνητικών αξιωματούχων και εμπέδωσε μια λογική ήσσονος προσπαθείας που σταδιακά επικράτησε παντού. Ο ιδιωτικός τομέας έγινε και αυτός κρατικοδίαιτος (με "εθνικούς" εργολάβους και "προμηθευτές" να καταβροχθίζουν εθνικούς πόρους και κοινοτικές επιδοτήσεις), ο πρωτογενής τομέας της οικονομίας ατρόφησε και η χώρα έφθασε να μην παράγει σχεδόν τίποτα. Όλα αυτά δεν απασχολούσαν σχεδόν κανένα μας στην πραγματικότητα και το βλαχομπαρόκ life style της δεκαετίας του ενενήντα (Κλικ κοκ) μετετράπη σε απόλυτα χαζοχαρούμενο καταναλωτισμό και κοντόφθαλμο (ενίοτε δε και χυδαίο) ευδαιμονισμό μόλις στα πορτοφόλια μας μπήκε το "σκληρό" ευρώ και οι φθηνές πιστώσεις που το συνόδευαν. Ουδέποτε αναρωτηθήκαμε σοβαρά που βαδίζουμε, ποιο είναι ή πρέπει να είναι το παραγωγικό μοντέλο της χώρας, μιας χώρας μέλους της ευρωζώνης, τι ρόλο θα παίξουμε στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Και το κυριότερο, ποτέ δεν θέσαμε αυτά τα ερωτήματα στους πολιτικούς μας ταγούς, ούτε απαιτήσαμε απαντήσεις και συνηθίζαμε να ψηφίζουμε αυτούς που μας χάιδευαν τα αυτιά.


Αυτού του τύπου την αυτοκριτική οι έλληνες πολίτες σε μεγάλο βαθμό την έχουν κάνει και συνεχίζουν να την κάνουν (βοηθούντων και των ελληνικών και ξένων ΜΜΕ που καλλιεργούν μετ'επιτάσεως ένα κλίμα, από κάποια στιγμή και πέρα υπερβολικής έως ύποπτης-ως προς τα κίνητρα αυτών που την καλλιεργούν- συλλογικής ενοχής). Η αυτοκριτική προαπαιτεί εντιμότητα και γενναιότητα και είναι το πρώτο και κρισιμότερο βήμα στην πορεία προς την αυτογνωσία. Αισθάνομαι ότι η ελληνική κοινωνία παρά την κατάθλιψη και την οργή της βαδίζει προς τα εκεί.

Εκείνο που τραβά άλλο δρόμο και μοιάζει απολύτως αμετανόητο είναι το λεγόμενο πολιτικό σύστημα, το οποίο εν τέλει ούτε πολιτικό είναι, ούτε πολύ περισσότερο σύστημα. Οι άνθρωποι αυτοί, που είχαν την πολιτική διεύθυνση της χώρας και την εξουσία στα χέρια τους, δεν βρίσκουν ούτε μία κουβέντα,..... ούτε μία, αυτοκριτικής να αρθρώσουν, ούτε καν για τα προσχήματα. Για όλους αυτούς, μηδενός εξαιρουμένου, για όλα φταίνε, είτε οι πολίτες που τους εκβίαζαν για να κάνουν διορισμούς ("μαζί τα φάγαμε"), είτε οι πολιτικοί τους αντίπαλοι, είτε ενδεχομένως ο διεθνής καπιταλισμός. Όταν, σπανίως ερωτώνται αν έχουν κάνει κάποιο λάθος, δεν αναφέρουν ποτέ κάποιο συγκεκριμένο ολίσθημα τους, αλλά παραθέτουν με βαρύγδουπο ύφος φαιδρές κοινοτυπίες όπως: "όποιος δρα και δουλεύει σκληρά, κάνει λάθη", "λάθη δεν κάνει μόνο ο Θεός" ή το κορυφαίο "ήταν λάθος μου ότι δεν επικοινώνησα σωστά (sic) το μεγάλο έργο που έκανα". Ο πρωθυπουργός της χώρας (μιας χώρας που ερημώνεται από την ύφεση) αδυνατεί να μας αναφέρει  ένα λάθος που έχει κάνει, μία λανθασμένη εκτίμηση. Ούτε καν για το περίφημο "λεφτά υπάρχουν", έχει απολογηθεί. Στα 2 χρόνια διακυβέρνησης του αναγνώρισε (στη συνέντευξη τύπου στη ΔΕΘ) έναν λανθασμένο υπολογισμό, δεν υπολόγισαν λέει σωστά, φέτος, την επίπτωση της επιστροφής φόρου από την υποβολή αποδείξεων και αναγκάστηκαν να επιστρέψουν περισσότερους φόρους από αυτούς που λογάριαζαν! (να σημειωθεί εδώ, ότι για να προϋπολογισθεί τι δημοσιονομικές επιπτώσεις θα είχε το εν λόγω μέτρο απαιτούνταν από τους "εγκεφάλους" του οικονομικού επιτελείου  στοιχειώδεις γνώσεις αριθμητικής επιπέδου Δ' δημοτικού). Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και πιθανότατα επόμενος πρωθυπουργός αδυνατεί επίσης να βρει και να αναφέρει οποιοδήποτε συγκεκριμένο σφάλμα στην πενταετή κυβερνητική θητεία 2004-2009, οποιαδήποτε συγκεκριμένη αιτία για την εκλογική συντριβή του κόμματος του το 2009 και πολύ περισσότερο οποιοδήποτε δικό του προσωπικό λάθος στην πολυτάραχη πολιτική του πορεία από το 1990 (Μακεδονικό, ανατροπή κυβέρνησης το 1993 κτλ) και εντεύθεν. Ο τέως πρωθυπουργός που δημοσιεύει μακροσκελή άρθρα για τον στρουθοκαμηλισμό των ελλήνων, δεν έχει πει ποτέ τίποτα, ούτε για την είσοδο της χώρας στο ευρώ με ανατιμημένη ισοτιμία (σημαντικό μέρος του προβλήματος της ανταγωνιστικότητας της), ούτε καν για το θηριώδες σκάνδαλο του χρηματιστηρίου. Την ίδια απόλυτη αδυναμία αυτοκριτικής (πρόκειται ουσιαστικά περί αναπηρίας) μοιράζονται και οι "μικρότεροι" του πολιτικού σκηνικού. Διεκδικούν και αυτοί το αλάθητο. Το ΚΚΕ έχει το αλάθητο της κομμουνιστικής ορθοδοξίας*, ο Καρατζαφέρης το αλάθητο της ...χριστιανικής ορθοδοξίας, ο Τσίπρας το αλάθητο της παρατεταμένης εφηβείας, ο Κουβέλης της πολιτικής ευπρεπείας και  η Ντόρα το αλάθητο της...οικογενείας.

Το πολιτικό προσωπικό της χώρας πέραν του ότι είναι κατώτερο των περιστάσεων (αυτό δεν είναι πρόβλημα μόνο στην Ελλάδα, αφορά δυστυχώς όλη την Ευρώπη) είναι και αμετανόητο ή τουλάχιστον δε δείχνει να έχει διδαχθεί τίποτα από την κρίση. Η ελληνική κοινωνία χρειάζεται πολλά για να ξεκολλήσει το κάρο από την λάσπη και μεταξύ αυτών (όραμα, πραγματισμό, ενότητα) χρειάζεται ηγεσία. Νομίζω ότι θα μπορέσει να αρχίσει να ελπίζει ότι τη βρήκε, όταν προκύψει πολιτικός ηγέτης που θα απευθυνθεί στους πολίτες ξεκινώντας από ειλικρινή και προσωπική αυτοκριτική.

*Το ΚΚΕ αναγνωρίζει ενίοτε κάποια λάθη του, αφού όμως παρέλθουν 60-70 χρόνια (τόσα χρειάσθηκαν για να αποφασίσουν ότι ο Ζαχαριάδης και ο Βελουχιώτης δεν ήταν προδότες του κόμματος τους).

Ιnfo: H αμαρτία και η συλλογική ενοχή. Του Σπύρου Ασραχά. Καθημερινή 2/10/2011


Υ.Γ. Ακολουθεί ένα όμορφο τραγούδι περί της αναμέτρησης με ...τον καθρέφτη,
από έναν εκπρόσωπο της σχετικά νέας γενιάς τραγουδοποιών, τον  Φοίβο Δεληβοριά.

4 σχόλια:

  1. Στάμο,ανατέμνεις το μεταπολιτευτικό corpus με εξαιρετική ακρίβεια!
    Η αυτοκριτική,υπήρξε πάντοτε η Λυδία λίθος της αριστεράς ("κάνε την αυτοκριτική σου σύντροφε").
    Δυστυχώς όμως είναι το μεγάλο ζητούμενο ολόκληρου του πολιτικού κόσμου.Η συσσωρευμένη βλακεία της δεξιάς,δεν αποτελεί άλλοθι για τις εγκληματικές παραλείψεις της(από την πολλή "ήπια προσαρμογή",τελικά δεν προσάρμοσε τίποτε).

    Θα κάνω μια θεωρητική προσέγγιση στο ζήτημα της έλλειψης αυτοκριτικής.
    Αυτοκριτική διάθεση,έχει κανείς,όταν προσλαμβάνει τη γνώση όχι ως δόγμα,αλλά ως νοητικό προιόν που υπόκειται στη σχετικότητα του χώρου και του χρόνου.
    Οι περισσότεροι δυστυχώς ψάχνουν για βεβαιότητες και απόλυτες αλήθειες.
    Οχυρώνονται πισω από ιδεολογίες ή ρήσεις μεγάλων διανοητών και παραιτούνται από την υποχρέωση να σκέφτονται και να αποφασίζουν αυτοβούλως.
    Επενδύουν σε δόγματα για να θωρακιστούν από την αβεβαιότητα του διαρκώς μεταβαλλόμενου γίγνεσθαι.
    Και τελικά εξορίζουν την αυτοκριτική,γιατί αδυνατούν να διαχειριστούν το ενδεχόμενο του ατομικού λάθους.
    Δίχως αναγνώριση σφαλμάτων όμως,δεν υπάρχει βιολογική εξέλιξη.
    Σε ηθικό δε επίπεδο,δίχως αυτοκριτική,δεν υπάρχει και συγγνώμη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Στεφανάτου Ελένη6 Οκτωβρίου 2011 - 9:46 μ.μ.

    Συμφωνώ μαζί σου Στάμο
    Πολύ εύστοχη η ανάλυσή σου.Τώρα που ολόκληρος ο μεταπολιτευτικός προσανατολισμός της χώρας δοκιμάζεται,η αυτοκριτική είναι θεμελιώδες στοιχείο της αλλαγής που πρέπει να συντελεσθεί στην Ελλαδική κοινωνία.
    Να καταλάβουμε αυτό που επισημαίνει ο Καστοριάδης. Ότι η αποσύνθεση γίνεται φανερή μέσα από την εξαφάνιση των σημασιών και το σχεδόν απόλυτο ξεθώριασμα των αξιών. Ότι το υπέρτατο ιδεώδες του κοινωνικού βίου και το μοναδικό κίνητρο της ανθρώπινης ύπαρξης δεν μπορεί να είναι το κέρδος. Ότι δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να οχυρωνόμαστε πίσω από το συναισθηματικό εγωκεντρισμό μας και τον ωχαδερφισμό μας. Να παραδεχθούμε ότι όλα αυτά τα χρόνια, κατόπιν μεθοδικής μαζικής εξηλιθίωσης την οποία έχουμε υποστεί από τα ΜΜΕ - και ιδίως από την ιδιωτική τηλεόραση, η οποία πιστεύω ότι έχει τεράστιες ευθύνες για το χάλι στο οποίο έχουμε περιέλθει- ψηφίζουμε και ξαναψηφίζουμε συντεχνίες επαγγελματιών της εξουσίας, ανθρώπους στυγνής ιδιοτέλειας, εντελώς ανίκανους να δώσουν λύση στα αδιέξοδα της χώρας.
    Το μόνο που μας μένει, είναι η επιστροφή στην κληρονομιά μας.Εκεί πιστεύω ότι θα βρούμε τις απαντήσεις. Όχι βέβαια με την έννοια της προσήλωσης σε φίλαυτες εμμονές ή εθνικιστικά ιδεολογήματα. Αλλά με αυτό που λέει ο Γιανναράς: ότι δηλαδή το να ονομαζόμαστε Έλληνες μπορεί να αντιπροσωπεύει στον προσωπικό μας βίο και στην απτή καθημερινότητα κάποια ξεχωριστή δυνατότητα ή ιδιαίτερο πλούτο ποιότητας ζωής. Και αυτό θα το ανακαλύψουμε μόνο με την αύξηση της κατά κεφαλήν καλλιέργειας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή